Άρθρα

- ΟΑΣΙΣ ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ. ΟΜΑΔΙΚΗ Ή ΑΤΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ;

Ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που απασχολεί το κοινωνικό σύνολο είναι οι εξαρτήσεις και ιδιαίτερα ο αλκοολισμός και η τοξικομανία. Παλαιότερα, η μέση αστική τάξη, έδειχνε να αδιαφορεί για τις εξαρτήσεις, θεωρώντας ότι ο αλκοολισμός ή τα ναρκωτικά αφορούν σε περιθωριακούς ανθρώπους και δεν πρόκειται να χτυπήσουν την πόρτα των «καλών» οικογενειών.

Η πραγματικότητα όμως, με τον σκληρότερο τρόπο, έδειξε ότι το πρόβλημα των εξαρτήσεων αφορά όλο τον πληθυσμό, ανεξάρτητα από κοινωνική, οικονομική τάξη, από μορφωτικό επίπεδο, φύλο, καταγωγή.

Όπου η εξάρτηση απλώνεται, είναι φυσικό η απεξάρτηση να γίνεται πρωταρχικό ζητούμενο.

Δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό διάφορες προσεγγίσεις και γίνεται πολύς λόγος για τη «θεραπεία» από το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά.

Χρειάζεται αρχικά να διαχωρίσουμε την αποτοξίνωση από την απεξάρτηση.

Η αποτοξίνωση αφορά στα σωματικά συμπτώματα του εξαρτημένου, διαρκεί σύντομο χρονικό διάστημα (από μερικές ημέρες μέχρι ένα μήνα) και είναι καθαρά ιατρικό ζήτημα.

Τη στιγμή που ο εξαρτημένος τελειώνει με τα σωματικά συμπτώματα και παραδίδεται «καθαρός» στην κοινωνία για να ζήσει την πραγματικότητα με τους όρους που της θέτει, φέρει αυτούσιους και αναλλοίωτους μέσα του, όλους τους λόγους, την προσωπική κοσμοθεωρία, την στάση ζωής και τις συμπεριφορές, τα συμπλέγματά του και τις ανεπάρκειες, που αρχικά τον είχαν οδηγήσει στη χρήση.

 

Όταν τελειώσει η αποτοξίνωση, είναι ο κατάλληλος χρόνος για να ξεκινήσει η απεξάρτηση. Απεξάρτηση είναι η υποστηριζόμενη, θεραπευτική διαδικασία, κατά την οποία γίνεται μια βαθειά ενδοσκόπηση και αναγνώριση του εαυτού,  με σκοπό την αλλαγή της προσωπικότητας, της συμπεριφοράς και της στάσης ζωής του εξαρτημένου.

Τόσο η οικογένεια, όσο και ο ίδιος ο εθισμένος, όταν αποφασίσουν να ξεκινήσουν μια θεραπευτική προσπάθεια, ρωτούν αν είναι ατομική ή ομαδική διαδικασία.

Στις περισσότερες περιπτώσεις δείχνουν απροθυμία να συμμετάσχουν σε ομάδες. Αυτό είναι κατανοητό, καθώς η χρήση εξελίσσεται σταδιακά σε μια μοναχική πρακτική. Ο εθισμένος όλο και περισσότερο αποκόπτεται από τον κοινωνικό ιστό, περιθωριοποιείται, βυθίζεται στην αποκλειστική του σχέση με την ουσία της προτίμησής του και η μόνη του επαφή με άλλους ανθρώπους είναι αυτή που θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες της χρήσης του. Η οικογένεια αντίστοιχα σιωπά, ανησυχεί, τρομοκρατείται, ντρέπεται και κρύβεται. Τα λόγια γίνονται φωνές και ψίθυροι, τα πατζούρια κατεβαίνουν, τα βλέμματα χαμηλώνουν. Αυτό το φοβικό και ενοχικό μοτίβο συμπεριφοράς διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα κι έτσι όλοι καταλήγουν να εξοικειώνονται με την κοινωνική απόσυρση.

Ωστόσο η απεξάρτηση είναι μια διαδικασία τόσο ατομική, όσο και ομαδική. Η επιστροφή στη φυσιολογική ζωή και η αναδόμηση της εθιστικής προσωπικότητας σ’ ένα υγιές και δημιουργικό άτομο, απαιτεί φως, ειλικρίνεια και δράση. Για ένα λειτουργικό και με διάρκεια αποτέλεσμα, είναι απαραίτητο να κινητοποιηθεί το άτομο και η οικογένεια, να βγουν από το περιθώριο και τις σκιές, γιατί εκεί ευδοκιμεί μοναχά η χρήση. Ο εθισμός είναι ασθένεια και η ανάρρωση είναι προτεραιότητα, δέσμευση και χρειάζεται συνδυαστική υποστήριξη.

Υπάρχει μια εξαιρετική βιβλιογραφία και μια τεχνογνωσία που εφαρμόζεται στην Αμερική και την Ευρώπη, εδώ και περίπου 85 χρόνια, με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Ο εθισμένος κατά τη διάρκεια του προγράμματος κάνει καθημερινά ατομικές συνεδρίες με ειδικούς θεραπευτές, όπου μέσα σ’ ένα κλίμα εμπιστοσύνης και με τη δέσμευση του απορρήτου, ενθαρρύνεται στην προσπάθειά του.

Το να συμμετέχει, σε ομάδες που συντονίζονται από ειδικά εκπαιδευμένους συμβούλους απεξάρτησης, μαθαίνει να συζητά κοιτώντας τους άλλους στα μάτια, να αντιπαρατίθεται, να ρισκάρει να πει τη γνώμη του για τα μέλη, να ακούει και να συμμετέχει συναισθηματικά, να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσω της ταύτισης με άλλα μέλη, να εκτίθεται δίχως αλαζονεία, εγωισμό και περηφάνια, να τσαλακώνει την εικόνα του, να γίνεται αυθόρμητος και ταπεινός συγχρόνως, άμεσος, ευθύς και ευγενικός.

Εκτός από τις ομάδες που καθοδηγούνται από τους συμβούλους, συμμετέχει σε ομάδες αυτοβοήθειας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη διατήρησης ενός κλίματος ανάρρωσης, είτε σαν απλό μέλος είτε σαν συντονιστής.

Επίσης συμμετέχει σε μικρές ομάδες τριών ατόμων (mini group), στις οποίες επιλέγει ένα ζήτημα που τον απασχολεί και ζητά από άλλα μέλη την βοήθεια και τη γνώμη τους γι’ αυτό.

Χρησιμοποιεί τη βιβλιογραφία, διαβάζει κείμενα γραμμένα για τον εθισμό και την ανάρρωση. Αναφέρεται, με το γραπτό του λόγο, στα σημεία που ταυτίζεται, τα γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του στη χρήση, τα συναισθήματα και τις σκέψεις του, τις προσδοκίες και τους στόχους του, ξεδιπλώνει όλη τη ζωή και τη προσωπικότητά του στο χαρτί και τα μοιράσματά του, με σκοπό τον επαναπροσδιορισμό του με βάση πνευματικές αρχές και αξίες.

Τέλος παρακολουθεί διαλέξεις, σεμινάρια, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, διοργανώνει μαζί με τα άλλα μέλη κινηματογραφικές βραδιές, εκδρομές και γεύματα. Φροντίζει τόσο για την προσωπική του υγιεινή, καθαριότητα και κόσμια εμφάνιση, όσο και για την άψογη διατήρηση του θεραπευτικού χώρου.

Κάθε μια από αυτές τις δραστηριότητες, είτε άμεσα θεραπευτικές, είτε έμμεσα, είναι πολύ σημαντική και απαραίτητη για μια ολοκληρωμένη προσπάθεια. Τίποτα δεν είναι πλεονάζον ή περιττό, όλα αποσκοπούν στην αλλαγή, την υπευθυνότητα και την κοινωνική ένταξη.

Η απεξάρτηση είναι μια συνδυαστική διαδικασία και  μόνο ως τέτοια έχει αξιόλογα αποτελέσματα.

Ένα άλλο συνηθισμένο ερώτημα που τίθεται είναι η χρονική διάρκεια. Πρέπει να τονίσουμε ότι η ανάρρωση από τον εθισμό είναι προσωπική υπόθεση. Ο κοινός παρονομαστής είναι ότι δεν υπάρχει εξπρές θεραπεία.

Το πόσο θα διαρκέσει, αν θα χρειασθεί κλειστό ή ανοιχτό πρόγραμμα, η διάρκεια της προσαρμογής στο πρόγραμμα και στην επανένταξη, όλα αυτά εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες. Ο αρχικός βαθμός συναίνεσης, θέματα συμμόρφωσης ή παραδοχής του προγράμματος, η ηλικία, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο, η κάθε ξεχωριστή προσωπικότητα, όλα αυτά είναι θέματα που μελετώνται μετά από τις πρώτες αρχικές συναντήσεις, για το σχεδιασμό μιας θεραπευτικής διαδικασίας. Περισσότερο απ’ όλα μετρά η προθυμία του ατόμου ν’ αναγνωρίσει το πρόβλημα, να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους και ν’ αλλάξει.

Όσον αφορά τα μέλη της οικογένειας, προτείνεται και γι’ αυτούς ατομική και ομαδική υποστήριξη για να εκπαιδευτούν στα όρια, τη διαχείριση των συναισθημάτων, την αυτοεκτίμηση και τις υγιείς σχέσεις.