Άρθρα

- ΟΑΣΙΣ ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

ΦΙΛΕ ΤΑ ΜΕΓΑΛΕΙΑ ΜΑΣ ΦΑΓΑΝΕ

 

Είμαι ο Θάνος και σε όλη μου τη ζωή δεν πίστευα σε τίποτα πέρα από τον εαυτό μου και τα απεριόριστα όριά του όπως φανταζόμουν.

Είμαι μουσικός, είμαι καλλιτέχνης και πάντα πίστευα ότι η ζωή δεν έχει όρια, πρέπει να αναζητάς διαρκώς, να ψάχνεις για να βρεις αυτό που είσαι προορισμένος να γίνεις. Η πολλή «πνευματικότητα» με έφαγε, και ο πολύς μου εγωϊσμός. Πίστευα ότι ήμουνα καλύτερος από τους άλλους. Πιο ταλαντούχος, πιο προικισμένος, πιο προνομιούχος, πιο ευέλικτος, πιο όμορφος, πιο….πιο….πιο……

Κι έφαγα τα μούτρα μου με ταλέντο. Με μεγαλοπρέπεια.

Γνώρισα την κόκα από έναν ντράμερ που τον είχαμε πάρει στην μπάντα για ένα μικρό διάστημα να αντικαταστήσει τον μόνιμο επειδή έπρεπε να λείψει εξωτερικό για κάποιες εκκρεμότητες. Κόκα φίλε. Ο τύπος ήξερε τι έκανε. Με έστειλε κανονικά. Με κατέστρεψε. Κόλλησα. Οι άλλοι στην μπάντα δεν κόλλησαν, εγώ όμως κόλλησα και κόλλησα άσχημα. Ο μπασίστας που ήταν κολλητός μου έλεγε «ώπα ρε χαμένε τι είναι αυτά που κάνεις» και κάποια στιγμή βαρέθηκε να μου λέει το ίδιο και το ίδιο και με έγραψε κανονικά. Ο ντράμερ ήταν κολλημένος άσχημα και σύντομα βρέθηκε να μένει στο σπίτι μου όπου πέσαμε στην κόκα με τα μούτρα. Μεγαλείο φίλε. Να πίνεις και να παίζεις μουσική, νιώθαμε δυο θεοί που τα όριζαν όλα, ήξεραν τα πάντα, δεν καταλάβαιναν τίποτα, δεν φοβόντουσαν τίποτα, κι είχαν ό,τι ήθελαν. Γκόμενες, προσοχή, θαυμασμό.

Στην πραγματικότητα ο ντράμερ ήταν ένα αδίστακτο ρεμάλι που μου έτρωγε φράγκα για τα πάντα. Ήθελε το ένα του ήθελε το άλλο του, ήθελε χρήματα ακόμα και για τη μάνα του. Κι εγώ ο ηλίθιος τα έδινα. Δεν ήξερα που είχα μπλέξει, δεν ήξερα τι μου γινόταν, μόνο έπινα κόκα και ξαλάφρωνα τους λογαριασμούς στην τράπεζα.

Με έχασαν όλοι οι φίλοι. Με έχασε και η οικογένεια. Κι όποτε τους έβλεπα, δεν ήμουνα στα καλά μου. Έλεγα περίεργα πράγματα, και στο τέλος δεν μπορούσα ούτε να παίξω μουσική.

«Τι έχεις πάθει ρε Θάνο» μου έλεγαν τα παιδιά. «Δεν ακούς ούτε καν τι παίζουμε. Είσαι αλλού γι’ αλλού. Δεν μπορείς να παίξεις μας πετάς συνέχεια έξω. Πώς να ηχογραφήσουμε  έτσι;»

Με διώξανε κι από τη σχολή μουσικής της αδελφής μου που δούλευα αφού δεν πάταγα, κι όταν πήγαινα αυτό που έκανα δεν ήταν μάθημα. Χωρίς κόκα δεν πατούσα ούτε στις πρόβες με την μπάντα. Χωρίς κόκα δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Δεν μπορούσα να γράψω, δεν μπορούσα να παίξω, δεν μπορούσα να διαβάσω νότα, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Χρωστούσα παντού, όλα τα λεφτά που είχα στην άκρη έκαναν φτερά, κι ο ντράμερ αφού μου έφαγε πολλά με παράτησε σύξυλο για να βρει άλλο κορόιδο να τα χώνει για την κόκα. Τα είχα κάνει σαλάτα. Είχα πουλήσει ακόμα και τις κιθάρες μου, τους ενισχυτές μου, κι ό, τι είχα και δεν είχα στο στούντιο και στο σπίτι.

Όταν ο λογιστής ενημέρωσε τη μάνα μου για τα τερτίπια μου, κατέβηκε επειγόντως Αθήνα να μου τα ψάλει. «Δεν θα μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ότι πούλησες ακόμα και το σπίτι που είχε αφήσει ο πατέρας σου στο νησί. Τον αποτελείωσες τον εαυτό σου. Αποτελείωσες και μένα»

«Μάνα, I am broke…δεν έχω μία ούτε για να φάω” της είχα πει μπας και κατάφερνα να μου δώσει κανα φράγκο κι έφαγα το πρώτο της χαστούκι σαν ενήλικος. «Τι μπροκ και ξεμπρόκ βρε χαϊβάνι» μου είπε «Άξιος της μοίρας σου είσαι κι αφού το έχεις πάρει απόφαση να πεθάνεις, κανόνισε να έχεις τουλάχιστον για τα έξοδα της κηδείας σου».

Μετά από 9 μήνες την χάσαμε, κι εγώ ούτε στην αρρώστια της δεν κατάφερα να της σταθώ. Για μένα υπήρχε μόνο ο εαυτούλης μου.

Είχα μείνει μόνος, δεν είχα κόκα, κι ένιωθα ότι σβήνω. Η αδελφή μου με λυπήθηκε και τουλάχιστον έψαξε και βρήκε πληροφορίες για την Όασις. «Φύγε από την Αθήνα Θάνο, εδώ θα τρελαθείς ή θα μας τρελάνεις και κανένας από μας δεν μπορεί να σε βοηθήσει. Φύγε πάνω Θεσσαλονίκη να βρεις τον εαυτό σου. Κάνε το για μένα και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε. Η μαμά, τέλος. Τι θα κάνεις;”

Κομματιασμένος ανέβηκα Σαλόνικα. Κομματιασμένος ήμουνα για μήνες. Με το κεφάλι κάτω και την ουρά στα σκέλια δεν έβγαζα ούτε κιχ. Απ’ τη ντροπή μου ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Το μόνο που μπορούσα να πω στο σύμβουλό μου για μήνες ήταν πόσο σαλάτα τα είχα κάνει και πόσο αβοήθητος ένιωθα. Μεγαλεία ήθελα και μεγαλοπιάστηκα. Τα έξυπνα πουλιά λέει, από τη μύτη πιάνονται. Και την πάτησα. Το πλήρωσα ακριβά το χαϊλίκι.

Τουλάχιστον είμαι καθαρός. Είμαι 8 χρόνια καθαρός, αλλά ακόμα χτυπάω το κεφάλι μου για την ματαιοδοξία μου και για τον εγωισμό μου. Κυρίως για την αδυναμία μου να αποδεχτώ τον εαυτό μου γιατί στην πραγματικότητα αυτό έκανα. Τα λάθη που έκανα και τα χρήματα που έφαγα δεν θα γυρίσουν πίσω, αλλά τουλάχιστον είμαι καθαρός. Μυρίζω τον αέρα, χαίρομαι τις εποχές, είμαι έξω, έχω ακόμα ελπίδα ότι κάτι θα καταφέρω να κάνω για μένα, και δουλεύω σε Ωδείο.

Ευχαριστώ Δαμιανέ και Όασις που με ανεχτήκατε και στην κατάθλιψη και στην κλάψα μου και στις στιγμές της άρνησής μου να καταλάβω. Ευχαριστώ και την αδελφή μου που με στήριξε. Στη μάνα μου οφείλω μία συγνώμη που δεν πρόλαβα να της πω ποτέ. Είναι πίκρα αυτό το τελευταίο, εύχομαι να μην το περάσει κανένας όπως το βίωσα εγώ.

Τι έχω να σας πω σήμερα; Ο Θάνος ήταν μεγάλο χαϊβάνι. Τα είχε όλα και δεν του έμεινε τίποτα. Ο Θάνος ήταν ένας μεγαλομανής ξερόλας. Μην γίνετε σαν τον Θάνο!

 

Θάνος