Άρθρα

- ΟΑΣΙΣ ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΘΗΚΑ!

Με λένε Μάγδα, κι αυτό που λέω το εννοώ. Ξαναγεννήθηκα.

Θυμάμαι τον εαυτό μου να σέρνομαι από πιάτσα σε πιάτσα για να βρω την δόση μου, και να παρακαλάω τον κάθε ένα να μου βγάλει λίγο να πιω για να καταφέρω να αντέξω τα στερητικά μου. Με θυμάμαι να κάνω τα πιο παράλογα πράγματα, που ένας λογικός άνθρωπος δεν θα έκανε ποτέ του, μόνο και μόνο για να γεμίσω το κεφάλι μου με αυτή την ουσία που τελικά με έκανε να σέρνομαι και να αδειάζω δεξιά κι αριστερά το στομάχι μου σαν το γατί. Περπατούσα στο δρόμο μαζί με άλλους που έκαναν κι αυτοί χρήση, με ένα ποτήρι νερό στο χέρι γιατί διψούσαμε διαρκώς που όμως δεν κατάφερνε να μείνει για πολύ στο στομάχι μας, τρεκλίζοντας σαν μεθυσμένοι, άπλυτοι, αφρόντιστοι, με λερωμένα ρούχα. Ανεβαίναμε στα λεωφορεία, κι οι άνθρωποι παραμέριζαν γιατί δεν ήθελαν να κάτσουν δίπλα μας.  Κοιμόμασταν όρθιοι κρεμασμένοι από τα χερούλια, ή λιώναμε πάνω στα καθίσματα μέχρι να φτάσουμε. Ζωντανοί νεκροί. Ζόμπι.

Με θυμάμαι να ζω για την πρέζα. Ήμουν απελπισμένη, θυμωμένη, χωρίς ελπίδα για τίποτα, με αγανάκτηση για όλους τους άλλους γύρω μου που ζούσαν την ζωή τους και δεν έδιναν δεκάρα για τίποτα σημαντικό. Έτσι πίστευα για τους απλούς ανθρώπους. Είχα θυμό γιατί εγώ η ίδια δεν κατάφερνα να γεμίσω το κενό που είχα μέσα μου με τίποτα. Δεν είχα φίλους, δεν είχα αγάπη και κατά βάθος πονούσα για τους γονείς μου που δεν τους άξιζε αυτό που τους έκανα. Ήθελα να πεθάνω, κι ερχόντουσαν φορές που το προσπάθησα κιόλας, αλλά απέτυχα.

Μέχρι που γνώρισα μία κοπέλα. Της έκανα τράκα στο δρόμο λέγοντας ότι τάχα  πεινούσα και ήθελα κάτι να φάω. «Ξέρω ότι δεν θέλεις να φας, μαζεύεις χρήματα για να καταφέρεις να πάρεις την δόση σου» μου είπε. Προσπάθησα να το αρνηθώ. «Όχι ρε κοπελιά, πραγματικά πεινάω…» είπα. «Ωραία, τότε έλα μαζί μου να σου αγοράσω κάτι να φας». Τα έχασα. Δεν ήθελα να φάω, ήθελα χρήματα. Δεν μπορούσα καν να φάω χαρμάνα μία μέρα. «Τι; δεν πεινάς τελικά;» μου είπε βλέποντας τον δισταγμό μου να την ακολουθήσω.

«Λοιπόν, άκου… Ήμουν κι εγώ κάποτε σαν και σένα. Αλλά τώρα πια δεν είμαι επειδή δεν ήθελα άλλο. Και πήρα την απόφαση και έκοψα». Χαζομάρες, σκέφτηκα. Αποκλείεται να έκοψε, γιατί κανένας δεν καταφέρνει να κόψει κι όσοι λένε ότι έκοψαν, λένε ψέματα.

Μέσα μου όμως, όποτε άκουγα για χρήστες που κατάφεραν να βγουν και σήμερα ζούνε καθαροί, κι ότι μάλιστα κάποιοι από αυτούς έχουν πετύχει σημαντικά πράγματα στην ζωή τους, πάντα γινόταν ένα κλικ. Ήταν λίγο ζήλεια, λίγο θαυμασμός, λίγο πίκρα για μένα που δεν μπορούσα να το κάνω, λίγο θυμός επειδή αρνιόμουν ότι υπάρχει λύση. Ένα κράμα συναισθημάτων που έδεναν κόμπο την καρδιά μου, και κάθε φορά που δεν είχα πρέζα να πιω και ξαγρυπνούσα τα βράδια μέχρι να φέρει η άκρη μου, μου παίδευαν το μυαλό. Ήθελα, αλλά δεν πίστευα ότι μπορούσα κι εγώ.

«Δεν μπορώ ρε συ…» της είπα. «Δεν είναι για μένα αυτά, προσπάθησα αλλά ξαναήπια».

«Προσπάθησες μόνη σου, ή με βοήθεια; Εννοώ, πήγες σε κάποιο πρόγραμμα;»

«Πήγα αλλά με έδιωξαν γιατί υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να πίνω πρέζα αλλά έπινα»

«Δεν γίνεται να θέλεις να κόψεις την πρέζα αλλά να πίνεις πρέζα. Αυτά τα δύο δεν πάνε μαζί και αν το πιστεύεις δεν θα κόψεις ποτέ. Επειδή έχω δουλειά και πρέπει να φύγω, πάρε αυτό το φυλλάδιο και πάρε τηλέφωνο. Θα σου πουν τι πρέπει να κάνεις, ή καλύτερα πάνε από εκεί» μου είπε και αφού μου έδωσε ένα πράσινο φυλλάδιο, μου ευχήθηκε καλή τύχη κι έφυγε.

Κοίταξα το φυλλάδιο, κοίταξα κι εκείνην που απομακρυνόταν. Τίποτα πάνω της δεν θύμιζε χρήστρια ναρκωτικών. Πρεζάκι αυτή; Α μπα… Με δουλεύει… σκέφτηκα. Αλλά κράτησα το φυλλάδιο. Και το βράδυ που πήγα σπίτι κι έβγαλα τα πράγματα από την τσάντα μου για να πιω μία μυτιά, το ξέχασα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Το πρωί που σηκώθηκα και πέρασα από το σαλόνι περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου για να μην με ακούσει η μάνα μου που έφευγα, την άκουσα να με φωνάζει. «Ωχ…» σκέφτηκα. «Τι θα ακούσω πάλι…»

Όμως ήταν ήρεμη. «Κάτσε» μου είπε. Κάθισα απέναντί της και πήγα να της πω κάτι.

«Μην μου πεις τίποτα, άκουσέ με πρώτα» μου είπε. «Εσύ το ξέχασες αυτό στο τραπέζι της κουζίνας ή το έφερε κάποιο φάντασμα; γιατί να το έφερες εσύ θα μου φαινόταν περίεργο» μου είπε. «Εγώ το έφερα. Μου το έδωσε μία κοπέλα στο δρόμο».

Για να μην σας πρήζω, μου είπε ότι αν και είχε πλέον χάσει την ελπίδα της ότι θα γινόταν ένα θαύμα με μένα κι ότι θα το έπαιρνα απόφαση να γίνω καλά, θα με στήριζε σε αυτή μου την προσπάθεια. Ότι ήξερε για την Όασις, κι ότι όσες φορές κι αν προσπάθησε να μου πει κάτι, εγώ αρνιόμουνα να ακούσω. Κι ότι αφού εγώ είχα φέρει το φυλλάδιο στο σπίτι, αυτό ήταν ένα θεόσταλτο σημάδι που θα έπρεπε να το πάρω στα σοβαρά. Και τελικά, με έκανε να πιστέψω ότι αν πηγαίναμε μαζί στην Όασις έστω και μόνο για να δω και να καταφέρω να αποφασίσω, θα ήταν ένα βήμα για μένα.

«Πλέον το μόνο που με θλίβει είναι που δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο για σένα εδώ και καιρό» μου είπε. «Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε συνοδέψω μέχρι εκεί. Θέλω να χαρώ τα εγγόνια μου και την αγάπη από τα άλλα δυο παιδιά μου που νοιάζονται για μένα. Το έχω αυτό το δικαίωμα αντί να με πνίγει η πίκρα για σένα. Πάρε για μία φορά την ευθύνη της ζωή σου».

Και πήγαμε. Καθώς άκουγα τον κ. Δαμιανό να μιλάει μου ερχόταν να κλάψω. Είχα βάλει το κεφάλι μου κάτω και ένιωθα ντροπή. Ήξερα ότι είχα αποτύχει κι ότι δεν είχα άλλη λύση, ούτε πατήματα για να εξακολουθήσω να αρνούμαι την κατάστασή μου. Ακολούθησα τις συμβουλές του, κι έκανα ό, τι μου είπε. Σήμερα εγώ και η μητέρα μου είμαστε εθελόντριες της Όασις, και προσπαθούμε να μεταφέρουμε το μήνυμα. Έχω τελειώσει το ΙΕΚ βρεφονηπιοκόμων που επέλεξα, έχω μία σταθερή δουλειά και είμαι όπως εκείνη η κοπέλα που μου έδωσε εκείνη την μέρα το φυλλάδιο. Τίποτα πάνω μου δεν θυμίζει ότι κάποτε ήμουν πρεζάκι γιατί τώρα πια είμαι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να κάνει πάντα το καλύτερο για τον εαυτό του και για τους άλλους γύρω του. Εμένα η Όασις μου έμαθε πώς να εκτιμώ τα δώρα της ζωής.

Μπορείτε να το καταφέρετε κι εσείς, αρκεί να πιστέψετε ότι αν θέλετε υπάρχει λύση.

 

Μάγδα